Τα κάλαντα των Αντικυθήρων
Antikythera.gr
Ταχιά-ταχιά κ΄αρχή μηνιά
κι αρχή του Γεναρίου
ακι αύριο ξημερώνεται
τ΄ Αγίου Βασιλείου.
Πρώτα που βγήκε ο Χριστός
στη γης να περπατήσει
και βρήκε και χαιρέτηξε
όλους τους ζευγολάτες
τον πρώτο που χαιρέτηξε
ήταν ο Άγιος Βασίλης.
Καλώς τα κάνεις Βασιλειώ
καλό ζευγάριν έχεις
καλό τε λένε αφέντή μου
καλό κι΄ευλογημένο.
Απόυ το βλόγανε ο Χριστός
με το δεξί του χέρι
με το δεξί με το ζερβί
με το μαλαματένιο.
Πρινένιο είναι τ΄αλέτρί σου
Δαφνένιος ο ζυγός σου
τ΄απάνω ζέβλια του ζυγού
βασιλικού κλωνάρι
το βουκεντράκι που βαστάς
του Αγιωργιού κοντάρι.
Πες μας να ζήσεις Βασιλειώ
τι σπέρνεις την ημέρα
σπέρνω σταράκι δώδεκα
κριθάρι δέκα πέντε
ταϊ και ρόβι δεκοχτώ
κι΄από νωρίς στο στάβλο.
Μα αλήθεια κάτω στο γιαλό
κάτω στο περιγιάλι
μουζούρια στάρι έσπειρα
κι΄ αμπράτικο κριθάρι.
Μα κείνα μεριστήκανε
λαγούδια και περδίκια
και φάγαντα ξεβγάλαντα
και πράμα δεν αφήκαν.
Στένω βροχάδες για λαγούς
βροχάδες για περδίκια
μήτε λαγούδια έπιασαν
μήτε περδίκια είδαν.
Μα θέρησα κι΄αλώνεψα
κι΄'εκανα χίλια μόδια
και τ΄αποκνοντυλίδια μου
χίλια και πεντακόσια
μα δε τα καλομέτρησα
γιατί ο Χριστός επαίρνα.
Κι εκεί που στάθηκε ο Χριστός
χρυσό δεντρί εβγήκε
κι΄εκεί που μεταστάθηκε
χρυσό κυπαρισσάκι.
Ολόχρυσοι είν΄ οι κλώνοί του
κι΄απ΄νω στη καρφίτσα του
πέρδικα καρίζει.
Κακάριζε-κακάριζε
κι΄αν καλαϊδείς κελάδειε
μα δω τον έχουν το υγιό
το μοσχοκανακάρη.
Που λούζουν και χτενίζουνε
και στο σχολειό τον μπέμπουν
κι΄ο δάσκαλος τον έβαλε
για να καλαναρχίσει
μα έγειρε το κεράκι του
κι έκαψε το χαρτί του
έκαψε κια την πέτσα του
την ντράτα μασσουράτη.
όπου τον εξωπλούσανε
οι τρεις βασιλοπούλες
η μια βάνει τον πόθό της
κι΄άλλη την κεντιά της
κι η τρίτη η ωραιότερη
βάνει την ομορφιά της.
΄Ηρθαμε δα κι΄επέσαμε
στου αφέντή μας τις πόρτες
οπούχει αυλές μαρμαρωτές
και κρυσταλλένιες πόρτες
και παραθύρια τορνευτά
του τόρνου τορνεμένα
του τόρνου και του πελεκιού
καλά πελεκιμένα.
Πρέπει εσένα αφέντη μου
Ριγάδες να ανταμώνεις
και στην Κωνσταντινούπολη
μοναβραδίς να σώνεις.
΄Οσα άστρα έχει ο ουρανός
και φύλλα εις τα δέντρει
τόσα ψιλά πουκάμισσα
να καταλίσει ο αφέντης.
Είπαμε δα τ΄αφέντή μας
ας πούμε τσι κερά μας.
κερά μου εσένα σουπρεπε
να κάθεσε να ορίζεις
τόνα σου χέρι να μετρά
και τ΄άλλο να χαρίζει.
μα σε κερά μου σούπρεπε
να ορίζεις κόρες δέκα
γατί είσαι ωραιότερη
από κάθε μια γυναίκα.
Είπαμε δα και της κυράς
ας πούμε και της κόρης.
Κυρά μου τα κορίτσια σου
Δάσκαλος τα γυρεύει
μα αν τα γυρέψει δάσκαλος
πολλά προικιά γυρεύει.
Γυρεύει αμπέλια ατρύγητα
χωρ'αφια με τα στάχια
και την Κωνσταντινούπολη
με όλα της τα αρπάχτια.
Πάρε της μέλισσας κερί
και πιάσε τον ντευτέρι
και κάτσε και λογάριασε
το τι θα μασεφέρει.
Κιαπάκι για λουκάνικο
για από σφαχτό κομμάτι
κι΄από την μαύρη όρνιθα
κανένα αυγουλάκι.
Μ΄ακόμα δεν τον ήβρικες
τον μάνταλο να ανοίξεις
να μας κεράσεις μια κρασιά
και πάλι να ασφαλίσεις.
(το παρακάτω λένε όταν φέυγουν)
Εδώ που καλαντρήσαμε
καλά μας επληρώσαν
καλά νάναι τα τέλια τους
καιτα ποδόματά τους.
Κι αν κένει σερνικό παιδί
σε σέλα καβαλάρης
να σιέτε να λιγίζεται
να πέφτει το λαγάδι
να το μαζεύουν οι άρχοντες
νάχουν χαρά μεγάλη.
Πάλι κι αν κάνει θυληκό
μοίρα χρυσή να κάνει
του Ρεντοσπάνια τον υγιό
άντρα να τον επάρει.
Τέσσερα πέντε γράμματα
έχει η αλφα-βήτα
κι΄όσοι απομήνατε εδώ
έχετε καληνύχτα.


Επιστροφή